Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

conduct oneself


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο conduct παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: oneself

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conduct [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry, transmit [sth](στη φυσική: φέρω, μεταδίδω)άγω, μεταφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι αγωγός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Wires conduct electricity. Water conducts sound.
 Τα καλώδια μεταφέρουν ηλεκτρισμό.
 Το νερό είναι αγωγός του ήχου.
conduct [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (musicians: lead) (στη μουσική)διευθύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He conducted the orchestra.
 Διεύθυνε την ορχήστρα.
conduct [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry out, perform [sth])διενεργώ, διεξάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκτελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The website conducted a survey of car owners.
 Η ιστοσελίδα διεξήγαγε δημοσκόπηση για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων.
conduct [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (manage, direct)διευθύνω, διαχειρίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He conducted his business efficiently.
 Διεύθυνε την επιχείρησή του αποτελεσματικά.
conduct [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (meeting: lead) (σε συνεδρίαση κλπ)προεδρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διευθύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο, λόγιος)άγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He conducted the meeting since nobody else wanted to.
 Προέδρευσε στη συνεδρίαση αφού κανείς άλλος δεν το επιθυμούσε.
conduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (behaviour)διαγωγή, συμπεριφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)τρόπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Your conduct is not acceptable.
 Η διαγωγή σου είναι απαράδεκτη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conduct [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (bring, guide [sb])οδηγώ, μεταφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The officer conducted the prisoner to his cell.
 Ο υπάλληλος οδήγησε τον κρατούμενο στο κελί του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
code of conduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (official rules)κώδικας δεοντολογίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  δεοντολογικός κώδικας επίθ + ουσ αρσ
  δεοντολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He was fired from the company for violating the code of conduct.
conduct a campaign v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (promote [sth], [sb])κάνω μια καμπάνια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πραγματοποιώ μια εκστρατεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
conduct a study v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (perform an investigation)διεξάγω μια έρευνα, διενεργώ μια έρευνα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διεξάγω μια μελέτη, διενεργώ μια μελέτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω μια έρευνα, κάνω μια μελέτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I've been researching for my thesis but I still need to conduct a study to test my hypothoses.
conduct a trial v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (hold court proceedings)διεξάγω δίκη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We should conduct a trial before we hang him.
conduct an experiment v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (test [sth] scientifically)πραγματοποιώ ένα πείραμα, διεξάγω ένα πείραμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω ένα πείραμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
conduct an inquiry v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (hold investigation)διεξάγω ανάκριση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The committee will conduct an inquiry into the governor's alleged fraud.
conduct business with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have commercial dealings with [sb])κάνω δουλειές με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνεργάζομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
conduct yourself vtr + refltransitive verb and reflexive pronoun: Transitive verb with reflexive pronoun--for example, "Enjoy yourself." "They behaved themselves." (behave)συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Please conduct yourself with politeness.
conduct yourself viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (behave, act)συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Please conduct yourself like a gentleman when you're with my daughter.
disorderly conduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: rowdy behavior in public)διατάραξη της τάξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (θόρυβος, φασαρία)διατάραξη της κοινής ησυχίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 He was cautioned for disorderly conduct.
safe passage,
safe conduct
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(journey completed without danger)ασφαλές πέρασμα επίθ + ουσ ουδ
  ασφαλής διεύλευση επίθ + ουσ θηλ
 Various governmental bodies tried to arrange safe passage for refugees from the civil war.
social conduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (behaviour in company)κοινωνική συμπεριφορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a census of [sth],
conduct a census of
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(conduct a survey)κάνω έρευνα, κάνω δημοσκόπηση, κάνω σφυγμομέτρηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω γκάλοπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Rupert took a census of opinion but found no support for his suggestion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση conduct oneself στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'conduct oneself'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης