concussion

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈkʌʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kənˈkʌʃən/ ,USA pronunciation: respelling(kən kushən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
concussion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (head injury) (τραύμα στο κεφάλι)διάσειση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Concussions to football players are increasingly common.
 Οι διασείσεις είναι πολύ συνηθισμένες στους ποδοσφαιριστές.
concussion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (violent blow)δόνηση ουσ θξλ
  τράνταγμα, ταρακούνημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The concussion of the landslide caused the town hall to collapse.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'concussion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is suffering from a concussion, are testing him for a concussion, got a concussion in the [crash, accident], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concussion στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concussion'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης