concurrence

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈkʌrəns/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/kənˈkɜrəns, -ˈkʌr-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kən kûrəns, -kur-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
concurrence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (simultaneous occurrence) (χρονική)σύμπτωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tonight's full moon and eclipse are a rare concurrence.
 Η αποψινή πανσέληνος και έκλειψη σελήνης αποτελεί μια σπάνια σύμπτωση.
concurrence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (agreement)συναίνεση, συγκατάθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (απόψεων)σύμπτωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The parties' concurrence made the deal official.
 Η συναίνεση των πολιτικών κομμάτων επισημοποίησε τη συμφωνία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'concurrence' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concurrence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concurrence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης