concur

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈkɜːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kənˈkɝ/ ,USA pronunciation: respelling(kən kûr)

Inflections of 'concur' (v): (⇒ conjugate)
concurs
v 3rd person singular
concurring
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
concurred
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
concurred
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
concur viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (agree)συμφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The surgeon concurred with the nurse's assessment.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
concur viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." obsolete (occur at same time)συμπίπτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wedding concurs with the festival.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: I concur, concur [wholeheartedly, completely, fully], concur with [her, the idea, the statement], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concur στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concur'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης