concubine

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒnkjʊbaɪn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkɑŋkjəˌbaɪn, ˈkɑn-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kongkyə bīn′, kon-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
concubine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woman kept for sex)παλλακίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The king kept seven wives and ten concubines.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concubine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concubine'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης