concrete

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒŋkriːt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(konkrēt, kong-, kon krēt, kong- for 110, 11, 14, 15; kon krēt, kong- for 12, 13)


Inflections of 'concrete' (v): (⇒ conjugate)
concretes
v 3rd person singular
concreting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
concreted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
concreted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
concrete nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (material)σκυρόδεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)μπετό, μπετόν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 A statue made of concrete is at the entrance to the park.
 Ένα άγαλμα φτιαγμένο από σκυρόδεμα βρίσκεται στην είσοδο του πάρκου.
concrete n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (made of concrete)από σκυρόδεμα, από μπετόν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (συχνό, αν και λάθος)τσιμεντένιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There is a concrete jogging path that runs throughout the park.
 Υπάρχει ένας τσιμεντένιος διάδρομος για τρέξιμο που διασχίζει το πάρκο.
concrete adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (material, solid)αληθινός, πραγματικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)χειροπιαστός, απτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
concrete adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not abstract)σαφής, ξεκάθαρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)χειροπιαστός, απτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The judge wants concrete proof of the crime.
 Ο δικαστής θέλει απτές αποδείξεις για το έγκλημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
concrete block nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brick made of concrete)τσιμεντόλιθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Concrete blocks are strong but susceptible to forceful vibration.
concrete mixer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine for mixing concrete)μπετονιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The mixture looked a bit wet so I put some more cement in the concrete mixer.
 Το μείγμα ήταν λίγο υγρό και έτσι έβαλα λίγο ακόμα τσιμέντο στη μπετονιέρα.
concrete thinker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: focused on specifics)πραγματιστής, πραγματίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  που σκέφτεται πολύ συγκεκριμένα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Ο όρος «πραγματιστής» είναι γενικότερος από τον αγγλικό όρο.
precast concrete nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ready-formed cement mixture)προκατασκευασμένο στοιχείο από σκυρόδεμα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Some buildings are constructed of precast concrete slabs.
reinforced concrete nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cement strengthened with steel)ενισχυμένο τσιμέντο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The bomb shelter was made of reinforced concrete.
set in stone,
set in concrete
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (decided definitively)δεσμευτικός μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  απαράβατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These are just guidelines; nothing is set in stone yet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'concrete' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (reinforced) concrete [construction, buildings, structures], a concrete [floor, wall, barrier, stairway], concrete [blocks, slabs], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concrete στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concrete'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης