concourse

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒnkɔːrs/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkɑnkɔrs, ˈkɑŋ-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(konkôrs, -kōrs, kong-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
concourse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (public space in station, etc.)αίθουσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There are many shops and restaurants along the concourse.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'concourse' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση concourse στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'concourse'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης