complement

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsnoun: /ˈkɒmplɪmənt/, verb: /ˈkɒmplɪmənt/ /ˈkɒmplɪmɛnt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/n. ˈkɑmpləmənt; v. ˈkɑmpləˌmɛnt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. komplə mənt; v. komplə ment′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
complement [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (counterbalance, match)συμπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι αντίθετο)εξισορροπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)δένω με κτ ρ αμ + πρόθ
 The decor complements the architecture of the building perfectly.
 Το ντεκόρ δένει τέλεια με την αρχιτεκτονική του κτιρίου.
complement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (that completes)συμπλήρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
complement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (full amount)σύνολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
complement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (opposite on color wheel)συμπληρωματικός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 The complement of orange is blue.
 Το συμπληρωματικό του πορτοκαλί είναι το μπλε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
complement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of meal)συνοδευτικό επίθ ως ουσ ουδ
complement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar) (γραμματική)συμπλήρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Adjuncts are optional in grammar, but complements are required.
complement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ship: officers and crew)πλήρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The ship's complement includes twenty officers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
complement one another v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be well matched)αλληλοσυμπληρώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμπληρώνει ο ένας τον άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Liz and Brian are very different, but as a couple, they complement one another.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'complement' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [fine, great, wonderful, charming] complement to, a [fine] complement to any [room, kitchen, terrace, garden], is the [ideal, perfect] complement to, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση complement στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'complement'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης