compassionate

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəmˈpæʃənət/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/kəmˈpæʃənɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(adj. kəm pashə nit; v. kəm pashə nāt′)


Inflections of 'compassionate' (v): (⇒ conjugate)
compassionates
v 3rd person singular
compassionating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
compassionated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
compassionated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
compassionate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: sympathetic)συμπονετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ψυχοπονιάρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Don't tell your troubles to Greg, he's not compassionate at all.
 Μην πεις τα βάσανά σου στον Γκρεγκ. Δεν είναι καθόλου συμπονετικός.
compassionate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (feeling sympathy)που συμπάσχει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που νιώθει συμπόνια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I felt compassionate when I heard about Beth's plight, as I had once faced similar circumstances.
 Ένιωσα συμπόνια όταν έμαθα για τα δεινά της Μπεθ, καθώς και εγώ κάποτε αντιμετώπισα παρόμοιες καταστάσεις.
compassionate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (act: kind)ευγενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  συμπονετικός, σπλαχνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It was compassionate of the doctor to give you free medication.
 Ήταν ευγενικό από μέρους του γιατρού σου να σου δώσει δωρεάν φάρμακα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
compassionate leave nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (time off work for personal reasons)άδεια για προσωπικούς λόγους φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (θάνατος)άδεια λόγω πένθους φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'compassionate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is a compassionate [mother, nurse, person, man], is compassionate toward [others, children, animals], be compassionate with [yourself, others], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση compassionate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'compassionate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης