collective

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈlɛktɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kəˈlɛktɪv/ ,USA pronunciation: respelling(kə lektiv)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
collective adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (taken together)συλλογικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κοινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Our collective opinion is that we need a new leader.
collective nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (jointly-run business)συνεταιρισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (κομμουνισμός)κολεκτίβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The farm is operated as a collective.
collective adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (grammar: joint, group) (γραμματική)περιληπτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Most English collective nouns for animals are never ever used.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
collective action nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (collaboration for a social purpose)μαζική δράση, συλλογική δραστηριότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The union is mobilizing union members to participate in a collective action against their employer.
collective agreement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (employer-union contract)συλλογική σύμβαση εργασίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The new collective agreement gave union members increased medical benefits.
collective bargaining nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (worker, employer negotiations)συλλογικές διαπραγματεύσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 After months of collective bargaining it seemed that a strike was inevitable.
collective bargaining agreement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contract of working conditions) (για εργασιακές σχέσεις)σύμβαση συλλογικής εργασίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  συλλογική σύμβαση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
collective labour agreement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (employer, union contract)εργασιακή συλλογική σύμβαση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Union members have voted to go on strike because their employer refuses to honor the collective labour agreement that they signed last month.
 Τα μέλη του συνδικάτου ψήφισαν να προχωρήσουν σε απεργία επειδή ο εργοδότης τους αρνείται να συμμορφωθεί με την εργασιακή συλλογική σύμβαση που υπέγραψαν τον προηγούμενο μήνα.
collective memory nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (society's shared memory)συλλογική,κοινωνική μνήμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The tragedy and its aftermath will forever be engraved in our country's collective memory.
collective noun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (name for a grouping of [sth])περιληπτικό ουσιαστικό, συλλογικό ουσιαστικό επίθ + ουσ ουδ
 Even though it describes a group of things, a collective noun takes the singular form of a verb.
collective ownership nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (group ownership, trusteeship)συλλογική κυριότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
collective wisdom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beliefs held by a group)συλλογική σοφία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'collective' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση collective στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'collective'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης