collect

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈlɛkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kəˈlɛkt/ ,USA pronunciation: respelling(kə lekt; n. kolekt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
collect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (gather objects as hobby)συλλέγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω συλλογή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He collects model cars.
 Συλλέγει μινιατούρες αυτοκινήτων.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Κάνει συλλογή γραμματοσήμων.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μαζεύει γραμματόσημα από παιδί.
collect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive payment) (πληρωμή)εισπράττω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The paperboy collected the money due to him.
 ΝΕW: Πέρασε η σπιτονοικοκυρά να εισπράξει το νοίκι.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πέρασε η σπιτονοικοκυρά να πάρει το νοίκι.
collect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accumulate [sth])μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σκόνη)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The furniture collects dust.
 Το έπιπλο μαζεύει σκόνη.
collect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (gather information, etc.)μαζεύω, συγκεντρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She collected all the information she could find on the topic.
 Μάζεψε όλες τις πληροφορίες που μπορούσε να βρει για το θέμα.
collect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (solicit donations)συγκεντρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He stood there all day with his charity tin collecting money for the homeless.
 Στεκόταν εκεί όλη μέρα με το κουτί δωρεών, για να συγκεντρώσει χρήματα για τους άστεγους.
collect [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pick up, fetch [sb])παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I collect the children from their father's at 5pm on a Sunday.
 Την Κυριακή παίρνω τα παιδιά από τον πατέρα τους στις 5 το απόγευμα.
collect for [sth] vi + prep (solicit donations) (για κάτι)συγκεντρώνω δωρεές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μαζεύω χρήματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We're collecting for charity.
 Συγκεντρώνουμε δωρεές για φιλανθρωπίες.
 Μαζεύουμε χρήματα για φιλανθρωπίες.
collect viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (accumulate)συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συσσωρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The papers collected in the corner for months.
 Τα χαρτιά μαζεύονταν (or: συσσωρεύονταν) στη γωνία για μήνες.
collect viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (take payments)πληρώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The paperboy usually collects on Thursdays.
 Ο νεαρός που διανέμει τις εφημερίδες πληρώνεται τις Πέμπτες συνήθως.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
collect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive, be awarded [sth])παραλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm here to collect the award on behalf of my mother.
collect yourself vtr + refltransitive verb and reflexive pronoun: Transitive verb with reflexive pronoun--for example, "Enjoy yourself." "They behaved themselves." figurative (emotions: calm)ηρεμώ, συγκεντρώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  βρίσκω την αυτοκυριαρχία μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μαζεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Let me collect myself before I go out on stage. I'm still a bit emotional.
 Άσε με να ηρεμήσω λιγάκι πριν βγω στη σκηνή. Είμαι ακόμα λίγο νευρικός.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μαζέψου, δεν είναι ωραίο να κλαις μπροστά στον κόσμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
call collect v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US (reverse phone charges)τηλεφωνώ σε κπ με δική του χρέωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καλώ με χρέωση του αποδέκτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Επειδή δεν είχε χρήματα, τηλεφώνησε στους γονείς του με δική τους χρέωση.
collect call nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (phone: reversed charges)κλήση με χρέωση παραλήπτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
collect your thoughts,
gather your thoughts
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (compose yourself)συγκεντρώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμενη)μαζεύω τα μυαλά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He collected his thoughts before he started speaking.
freight collect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (recipient pays on delivery)αντικαταβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'collect' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: collect [rocks, coins, stamps], collecting [data, information], collect personal information [from, about], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση collect στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'collect'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης