cocktail

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒkteɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkɑkˌteɪl/ ,USA pronunciation: respelling(koktāl′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cocktail nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (alcohol)κοκτέιλ, cocktail ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 This bar is famous for their unique cocktails.
cocktail nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (combination of drugs) (μεταφορικά)κοκτέιλ, cocktail ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The cocktail of drugs in the man's body caused cardiac arrest.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cocktail bar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (drinking establishment)cocktail bar φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  μπαρ για κοκτέιλ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
cocktail cabinet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cupboard for alcoholic drinks) (μικρό έπιπλο)μπαράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μπαρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Don't forget that I've put a new bottle of gin in the cocktail cabinet!
cocktail dress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (women's eveningwear)βραδυνό φόρεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She looked stunning in her little black cocktail dress.
cocktail glass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cone-shaped drinking glass)ποτήρι κοκτέιλ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The dessert was elegantly presented in a cocktail glass.
cocktail hour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pre-dinner drinks)απεριτίφ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The group meets at sunset for a pre-dinner cocktail hour.
cocktail lounge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bar where cocktails are served)κοκτέιλ μπαρ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
 We can have a drink in the cocktail lounge before we go to dinner.
cocktail party nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (party where drinks are served)Κοκτέιλ πάρτυ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
 To celebrate her promotion, she hosted a small cocktail party.
cocktail sauce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (ketchup and mayonnaise)σως κοκτέιλ, σάλτσα κοκτέιλ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 What the British call Mary Rose sauce or cocktail sauce the Americans call Thousand Island dressing.
cocktail sauce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (ketchup and horseradish)σως κοκτέιλ, σάλτσα κοκτέιλ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Mix ketchup and horseradish to make a great cocktail sauce for shrimp.
cocktail shaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flask for mixing cocktails)σέικερ για κοκτέιλ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
cocktail stick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small pointed wooden skewer)οδοντογλυφίδα για κοκτέιλ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  οδοντογλυφίδα κοκτέιλ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
coffee table,
also US: cocktail table
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(low table used in living room)τραπεζάκι του σαλονιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)τραπεζάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο γενικό)τραπέζι μέσης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Please don't put your feet on the coffee table.
 Σε παρακαλώ μην βάζεις τα πόδια σου στο τραπεζάκι.
fruit cocktail nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mixed-fruit dish)κοκτέιλ φρούτων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: κοκτέιλ: ξενικό, άκλιτο
 As a child, I loved canned fruit cocktail; now I can't stand it.
Molotov cocktail nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (makeshift hand grenade)μολότωφ ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 The fire was started by a well-aimed Molotov cocktail.
shrimp cocktail,
UK: prawn cocktail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (prawns and lettuce in Mary Rose sauce)γαρίδες κοκτέιλ φρ ως ουσ θηλ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cocktail' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [is, works as] a cocktail [waiter, waitress, maker], a cocktail [shaker, glass, maker], cocktail [snacks, napkins, sausages, onions, sticks], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cocktail στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cocktail'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης