Σε αυτή τη σελίδα: coastguard, Coast Guard, coast guard

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coastguard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (maritime police form)ακτοφυλακή, λιμενοφυλακή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The helicopters circling over the beach belonged to the coastguard.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Coast Guard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (branch of US military)ακτοφυλακή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This country's coast guard provides various maritime services.
 Η ακτοφυλακή της χώρας παρέχει διάφορες ναυτιλιακές υπηρεσίες.
coast guard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (member of search-and-rescue organization)ναυαγοσώστης, ναυαγοσώστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση coastguard στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'coastguard'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης