coastal

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkəʊstəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkoʊstəl/ ,USA pronunciation: respelling(kōstl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coastal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (near sea)παράκτιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  παραθαλάσσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The storm will affect the coastal areas tomorrow.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'coastal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a coastal [city, resort, state, culture, community, hotel], the coastal [highway, route], [take, avoid] the coastal highway, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση coastal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'coastal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης