Σε αυτή τη σελίδα: clomp, clump
Ο όρος 'clomp' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'clump'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'clomp' is an alternate term for 'clump'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clomp viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tread or march heavily)περπατώ βαριά ρ αμ + επίρ
  ποδοβολώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clump nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mass: of hair, etc.) (μαλλιά, τρίχες)τούφα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μάζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)μπάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Allison removed a clump of hair from the drain.
 Η Άλισον έβγαλε μια τούφα μαλλιά από το σιφόνι.
clump nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bunch: of grass or flowers) (μεταφορικά)τούφα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)συστάδα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Instead of hitting the golf ball, Rick only managed to dislodge a clump of grass.
 Αντί να χτυπήσει την μπάλα του γκολφ, ο Ρικ κατάφερε μόνο να βγάλει μια τούφα γρασίδι.
clump nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clod: of earth)σβόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Break up the clumps of dirt before planting seeds.
 Διάλυσε τους σβόλους του χώματος πριν φυτεύσεις τους σπόρους.
clump viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be gathered or clustered)μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (όχι άνθρωποι)συσσωματώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The teenagers clumped in a corner, wary of spending time with adults.
 Οι έφηβοι μαζεύτηκαν σε μια γωνιά, μη θέλοντας να περάσουν χρόνο με τους ενήλικες.
clump [sth] with [sth] vtr + prep (gather, cluster) (κτ μαζί με κτ)μαζεύω, βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ομαδοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The toddler clumped the red beads with the yellow ones.
 Το νήπιο μάζεψε τις κόκκινες χάντρες μαζί με τις κίτρινες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clump nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (small gathering: of people, etc.)ομάδα, παρέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο)τσούρμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A clump of girls giggled in the hallway.
clump nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heavy footfall) (δυνατός βαθύς ήχος)βρόντος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (των ποδιών)χτύπημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ήχος βήματος)βαρύ βήμα επίθ + ουσ ουδ
 Freddy could hear the clump of footsteps getting closer.
clump,
clomp
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(trudge)περπατάω με βαριά βήματα, περπατάω βαριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)σέρνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)σέρνω τα πόδια μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Wearily, Rudy clumped up the stairs to his bedroom.
clump [sth] with [sth],
clump together
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
informal, figurative (include with)βάζω κπ/κτ μαζί με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμπεριλαμβάνω κπ/κτ σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)βάζω κπ/κτ στο ίδιο τσουβάλι με κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Don't clump me with the troublemakers--I've never done anything wrong!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clomp' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clomp στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clomp'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης