clog

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɒg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/klɑg, klɔg/ ,USA pronunciation: respelling(klog, klôg)

Inflections of 'clog' (v): (⇒ conjugate)
clogs
v 3rd person singular
clogging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
clogged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
clogged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (wooden-soled shoe)ξυλοπάπουτσο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τσόκαρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (σύγχρονο παπούτσι)σαμπό ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Some forms of dancing require clogs.
 Μερικά είδη χορού απαιτούν ξυλοπάπουτσα.
clog n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (with wooden-soled shoes)με ξυλοπάπουτσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Irish dance troupe performed a clog dance.
clog [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (block)φράζω, φράσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βουλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Something is clogging the drain.
 Κάτι έχει βουλώσει το σιφόνι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blockage) (αυτό που εμποδίζει)εμπόδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αποτέλεσμα βουλώματος)απόφραξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φράξιμο, βούλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  συμφόρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is a clog in the pipe, and now there is water all over the floor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
clog [sth] up,
clog up [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(block)βουλώνω, φράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιο)φράσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παρεμποδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε δρόμο)δημιουργώ μποτιλιάρισμα ρ μ + ουσ ουδ
 Pouring melted fat down the drain will clog up the pipes. The rush hour clogs up the freeway.
 Οι σωλήνες της αποχέτευσης θα φράξουν (or: βουλώσουν), εάν αδειάσεις εκεί λιωμένο λίπος.
clog up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become blocked)βουλώνω, μπλοκάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If you put the cooking grease down the drain, the pipe will clog up.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clog' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: clog-dancing (shoes), is a clog dancer, a clog maker, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clog στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clog'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης