clod

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɒd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/klɑd/ ,USA pronunciation: respelling(klod)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lump of earth or soil)σβώλος, σβόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The child was kicking a clod of dirt down the street as he walked.
clod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative (stupid or clumsy person) (καθομιλουμένη, μειωτικό)χαζός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ζώον, ζωντόβολο ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  (καθομιλουμένη, υβριστικό)βλάκας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Don't be such a clod; those are fragile antiques!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clod' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clod στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clod'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης