clobber

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɒbər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈklɑbɚ/ ,USA pronunciation: respelling(klobər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clobber [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (beat, hit)χτυπώ, βαρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ralphie finally got his revenge when he clobbered the school bully.
clobber [sb] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (beat, hit)χτυπάω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)βαράω κπ με κτ, κοπανάω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 Brian's little brother clobbered him with a hockey stick.
clobber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang (clothing, outfit)ντύσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 After practice, Rick stuffed his clobber in his gym bag.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clobber στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clobber'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης