cloakroom

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkləʊkrʊm/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkloʊkˌrum, -ˌrʊm/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(klōkro̅o̅m′, -rŏŏm′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cloakroom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place to leave coats)γκαρνταρόμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βεστιάριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ιματιοθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Check your jackets at the cloakroom before the show.
cloakroom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (toilets in a public venue)τουαλέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Can you direct me to the cloakroom, please?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cloakroom' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cloakroom στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cloakroom'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης