clipping

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklɪpɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈklɪpɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(kliping)

From the verb clip: (⇒ conjugate)
clipping is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: clipping, clip

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clipping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (item clipped from newspaper)απόκομμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The scrapbook was filled with old photos and clippings.
clipping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (piece cut from fingernail or toenail)νύχι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)κομμένο νύχι μτχ πρκ + ουσ ουδ
 Trim your nails over the wastebasket so the clippings don't get on the carpet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fastener for documents, etc.)κλιπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  κλιψάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μόνο για χαρτιά)συνδετήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I accidentally pinched my finger in the clip.
 Κατά λάθος τρύπησα το δάκτυλό μου με τον συνδετήρα.
clip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hairclip, grip)κοκκαλάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κλιψάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Jenny keeps her long hair in a bun with dozens of clips.
clip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (jewelry: pin, brooch)καρφίτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Lauren is wearing a colorful clip on her blouse.
 Η Λώρεν φορά μια πολύχρωμη καρφίτσα στην μπλούζα της.
clip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (video extract)βίντεο ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  βιντεάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μικρής διαρκειας)κλιπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (μικρής διαρκειας)κλιπάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The class watched a short clip about the solar system.
 Η τάξη είδε ένα μικρό βίντεο για το ηλιακό σύστημα.
clip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cut)κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Alan asked the barber to clip a bit off the length of his hair.
clip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cut short)κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Many people don't believe in clipping their dog's ears.
 Πολλοί δεν θέλουν να κόβουν τα αυτιά των σκύλων τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (speed)ρυθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The band of men set off at a rapid clip.
clip [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hit lightly) (μικροτραυματισμός)χτυπάω, χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Tina was clipped in the shoulder by a baseball at practice.
clip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shorten a word) (μεταφορικά)κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Susie speaks quickly and clips her words.
clip [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (animals: trim fur)κουρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
clipping | clip
ΑγγλικάΕλληνικά
press clipping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (newspaper cutting)απόκομμα από τον τύπο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Norma collects press clippings on her son's career as a professional footballer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clipping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clipping στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clipping'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης