climacteric

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/klaɪˈmæktərɪk/, /ˌklaɪmækˈtɛrɪk/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(klī maktər ik, klī′mak terik)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
climacteric nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (menopause) (επίσημο)εμμηνόπαυση, κλιμακτήριος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
climacteric nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male menopause)ανδρική κλιμακτήριος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
climacteric nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (critical period)κρίσιμη περίοδος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
climacteric adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to a critical period)κρίσιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση climacteric στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'climacteric'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης