cleaver

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkliːvər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈklivɚ/ ,USA pronunciation: respelling(klēvər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cleaver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (butcher's knife)μπαλτάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)χασαπομάχαιρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Split the joint in the middle using a cleaver.
 Κόψε την άρθρωση στη μέση χρησιμοποιώντας έναν μπαλτά.
 Κόψε την άρθρωση στη μέση χρησιμοποιώντας ένα χασαπομάχαιρο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cleaver' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cleaver στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cleaver'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης