clay

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkleɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kleɪ/ ,USA pronunciation: respelling(klā)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earth)άργιλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 It's difficult to garden if your yard has only clay.
 Είναι δύσκολο να καλλιεργείς αν η αυλή σου έχει μόνο άργιλο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο άργιλος είναι γνωστός για τις ευεργετικές και θεραπευτικές του ιδιότητες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for pottery)πηλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
clay court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis: red-clay surface)χωμάτινο γήπεδο τένις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He never plays as well on a clay court as on grass.
clay court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (tennis: green-clay surface)χωμάτινο γήπεδο τένις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
glazed clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pottery: varnished earth) (κεραμική)εφυαλωμένος πηλός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
modeling clay (US),
modelling clay (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fixed in a kiln)πηλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  πηλός προπλασμάτων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
modeling clay (US),
modelling clay (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mouldable putty)πηλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  πηλός προπλασμάτων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
pipeclay,
pipe clay
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(white material used to make pipes)λευκός πηλός από τον οποίο φτιάχνονται πίπες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
pipeclay [sth],
pipe-clay [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(whiten with pipeclay)επεξεργάζομαι με λευκό πηλό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
potter's clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kiln-drying modelling material)πηλός αγγειοπλαστικής φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 He made that bowl out of potter's clay.
red clay (geology)κόκκινη άργιλος επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clay' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: clay [deposits, minerals], go clay-pigeon shooting, a clay [ashtray, ornament, statue, model, figure, pot], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clay στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clay'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης