citizenship

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'citizenship', 'Citizenship': /ˈsɪtɪzənˌʃɪp/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈsɪtəzənˌʃɪp, -sən-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sitə zən ship′, -sən-)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
citizenship nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (membership in a country)υπηκοότητα, ιθαγένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The requirements for citizenship in this country are strict.
 Οι προϋποθέσεις για την υπηκοότητα σε αυτήν τη χώρα είναι αυστηρές.
citizenship nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (good deeds, moral character)αγωγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αγωγή του πολίτη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Citizenship nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject: civic responsibility)αγωγή του πολίτη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The big exam in Citizenship is this Friday.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
citizenship application nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to change nationality)αίτηση για απόκτηση υπηκοότητας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The way to become a citizen is by filling out a citizenship application.
citizenship status nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nationality)υπηκοότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)κατάσταση υπηκοότητας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
dual citizenship nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nationality of two countries)διπλή υπηκοότητα επίθ + ουσ θηλ
 Maria holds dual citizenship: Italian and Argentinian.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'citizenship' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: citizenship [laws, obligations, requirements], citizenship [rights, process, status, ceremony], [British, US] citizenship test, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση citizenship στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'citizenship'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης