citizen

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɪtɪzən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɪtəzən, -sən/ ,USA pronunciation: respelling(sitə zən, -sən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (member of a country)υπήκοος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  πολίτης ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Dmitri wants to become a citizen of the United States.
 Ο Ντμίτρι θέλει να γίνει υπήκοος των Ηνωμένων Πολιτειών.
citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (city or town resident)πολίτης, κάτοικος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The citizens of this town are against the idea of building a shopping mall.
 Οι κάτοικοι αυτής της πόλης είναι κατά της ιδέας να χτιστεί ένα εμπορικό κέντρο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (civilian)πολίτης ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Two citizens were injured in the blast.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Canadian citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person with Canadian nationality)Καναδός υπήκοος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 You can become a Canadian citizen if you have lived in Canada for three years.
fellow citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: national of same country)συμπολίτης, συμπολίτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
free citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] whose freedoms are not restricted)ελεύθερος πολίτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
good citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (helpful member of society)καλός πολίτης, σωστός πολίτης επίθ + ουσ αρσ
naturalized citizen,
also UK: naturalised citizen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person: new nationality)πολιτογραφημένος πολίτης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  πολίτης με πολιτογράφηση φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 I was born in Mexico, but became a US naturalized citizen by the amnesty offered in 1986.
senior citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (elderly person)ηλικιωμένος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (επίσημο)άτομο τρίτης ηλικίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)παππούς, γιαγιά ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
senior citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (legally: person over 65)ηλικιωμένος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (επίσημο)άτομο τρίτης ηλικίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
upstanding citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (respectable law-abiding person)ευυπόληπτος πολίτης, έντιμος πολίτης επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'citizen' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: citizen rights, the citizen [complaints, advice, rights] office, the office of citizen [complaints], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση citizen στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'citizen'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης