WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circulatory adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to circulation)κυκλοφορικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
circulatory disease nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disorder of the circulatory system) (ιατρικό)ασθένεια του κυκλοφορικού ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 High cholesterol and nearly blocked arteries are signs of circulatory disease.
circulatory system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood circulation)κυκλοφορικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
  κυκλοφορικό επίθ ως ουσ ουδ
 Regular exercise is good for the circulatory system.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'circulatory' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση circulatory στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'circulatory'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης