circulation

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsɜːrkjʊˈleɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌsɝkjəˈleɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(sûr′kyə lāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circulation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood flow around body)κυκλοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The doctor said she had poor circulation.
 Ο γιατρός είπε ότι είχε κακή κυκλοφορία.
circulation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distribution of a publication)κυκλοφορία, διακίνηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Newspaper circulation has gone down sharply thanks to the internet.
 Η κυκλοφορία (or: διακίνηση) εφημερίδων έχει σημειώσει απότομη πτώση χάρη στο διαδίκτυο.
circulation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (number of copies bought)πωλήσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (μεγάλη, μικρή)κυκλοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The magazine's circulation has decreased to 5,000 copies per month.
circulation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money, currency: use)κυκλοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The 50-cent piece has been out of circulation for some time.
 Το νόμισμα των 50 σεντ είναι εκτός κυκλοφορίας εδώ και καιρό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in circulation adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (published, distributed)που διανέμεται,κυκλοφορεί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There is only one copy of this book remaining in circulation.
in circulation adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (moving, going around)σε κυκλοφορία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There were a lot of rumours about him in circulation before his death.
in circulation adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: active socially)που κυκλοφορεί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κοινωνικά δραστήριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's important to stay in circulation if you want to get noticed here.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'circulation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση circulation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'circulation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης