circulating

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɜːkjʊleɪtɪŋ/

From the verb circulate: (⇒ conjugate)
circulating is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: circulating, circulate

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circulating adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (gas, liquid: moving)που κυκλοφορεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
circulating adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: moving from place to place)περιπλανώμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
circulating adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (object: passed from person to person)που κυκλοφορεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που αλλάζει χέρια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
circulating adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (news: spreading)που κυκλοφορεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που διαδίδεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circulate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (blood, liquid: flow round)κυκλοφορώ, ρέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Because of a medical condition, Dana's blood doesn't circulate properly.
circulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pass around)κυκλοφορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A group of bullies were circulating an unflattering photo of their classmate on the Internet.
circulate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (information: be spread)κυκλοφορώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 A nasty rumor has been circulating through town.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
circulating | circulate
ΑγγλικάΕλληνικά
library,
lending library,
lending-library,
US: circulating library
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(book-lending service) (υπηρεσία)δανειστική βιβλιοθήκη επίθ + ουσ θηλ
 In past years, some lending libraries were commercial, and charged the borrowers.
 Τα περασμένα χρόνια μερικές δανειστικές βιβλιοθήκες είχαν εμπορική φύση και χρέωναν τον κόσμο που δανειζόταν βιβλία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'circulating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση circulating στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'circulating'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης