circular

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɜːrkjʊr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɝkjəlɚ/ ,USA pronunciation: respelling(sûrkyə lər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circular adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (shape: round)κυκλικός, στρογγυλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There are circular flowerbeds in front of the house.
 Υπάρχουν κυκλικά (or: στρογγυλά) παρτέρια λουλουδιών μπροστά από το σπίτι.
circular adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (structure: cylindrical)κυκλικός, κυλινδρικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The castle has a circular tower at each of its four corners.
 Το κάστρο έχει έναν κυλινδρικό πύργο σε καθεμία από τις τέσσερις γωνίες του.
circular adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (movement: in a circle)κυκλικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The dancers move in a circular pattern.
circular adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (route: indirect)κύκλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We took a very circular way of getting here.
 Κάναμε μεγάλο κύκλο για να φτάσουμε εκεί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circular nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (newsletter) (επίσημο)εγκύκλιος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This month's circular arrived late because of the holidays.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
circular saw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cutting tool)κυκλικό πριόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A construction carpenter always carries a hammer and a circular saw.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'circular' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση circular στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'circular'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης