circuitry

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɜːrkɪtri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɝkɪtri/ ,USA pronunciation: respelling(sûrki trē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circuitry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electronic circuit) (κυριολεκτικά)κύκλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
circuitry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (wiring, connections) (μεταφορικά)κύκλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση circuitry στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'circuitry'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης