circuit

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɜːrkɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɝkɪt/ ,USA pronunciation: respelling(sûrkit)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
circuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical device)κύκλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The entire house is wired on one circuit.
 Ολόκληρο το σπίτι είναι καλωδιωμένο με ένα κύκλωμα.
circuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (racetrack)πίστα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (φόρμουλα ένα)σιρκουί, cirquit ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 You can hear the cars from the circuit ten miles away.
 Μπορείς να ακούσεις τα αμάξια της πίστας δέκα μίλια μακριά.
circuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: lap)γύρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He set a record speed for one circuit.
 Πέτυχε ταχύτητα ρεκόρ για έναν γύρο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
CCTV nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (closed-circuit television)κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
circuit board nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical component)πλακέτα κυκλώματος, κάρτα κυκλώματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
circuit breaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical device)διακόπτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αυτόματος διακόπτης επίθ + ουσ αρσ
  διακόπτης κυκλώματος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
circuit breaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative (tax relief)φοροαπαλλαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  έκπτωση φόρου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
circuit court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (court: several locations)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
circuit training nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (athletic exercise)κυκλική προπόνηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Circuit training is effective for building aerobic endurance and burning fat, but not so much so for adding muscle.
closed circuit,
closed-circuit
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(TV, electronics)κλειστού κυκλώματος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen may be used when the adjective precedes the noun.
closed-circuit television nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (monitoring system)κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The thief was caught stealing the car on closed-circuit television.
complete circuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: full lap) (στίβος)ένας πλήρης γύρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
complete circuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electricity: unbroken connection) (ηλεκτρισμός)πλήρες κύκλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
electric circuit,
electrical circuit
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(path of a current)ηλεκτρικό κύκλωμα επίθ + ουσ ουδ
microcircuit,
integrated circuit
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(integrated electronic circuit)μικροκύκλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
short-circuit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical malfunction)βραχυκύκλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
short-circuit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (malfunction electrically)βραχυκυκλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παθαίνω βραχυκύκλωμα ρ μ + ουσ ουδ
short-circuit [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause to malfunction electrically)προκαλώ βραχυκύκλωμα σε κτ ρ μ + ουσ ουδ
  βραχυκυκλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The flooding in the basement short-circuited the freezer.
short-circuit [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (procedure: not follow) (μεταφορικά: διαδικασία)παρακάμπτω ρ μ + επίρ
  δεν ακολουθώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The construction company put pressure on the council to short-circuit the planning permission process.
short-circuit [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, figurative (impede, thwart)εμποδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)βάζω φρένο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σχέδια)χαλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Bad weather short-circuited our plans for a picnic.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'circuit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση circuit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'circuit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης