cipher

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsaɪfər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsaɪfɚ/ ,USA pronunciation: respelling(sīfər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cipher,
also UK: cypher
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(code)κώδικας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The message doesn't make sense; I think it's written in a cipher.
cipher,
also UK: cypher
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(coded message)κρυπτογράφημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The military is working to crack the cipher intercepted from the enemy.
cipher,
also UK: cypher
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(unimportant person)τίποτα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  ασήμαντος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Paul is a nothing but a cipher who no one in the office listens to.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cipher,
also UK: cypher
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(write in code)κωδικοποιώ, κρυπτογραφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Specialists in cryptography are able to cipher and to break codes.
cipher [sth],
also UK: cypher [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(encode [sth])κωδικοποιώ, κρυπτογραφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Cipher the message so that no one but us can understand it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mere cipher,
UK: mere cypher
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (symbol) (μεταφορικά)ένα τίποτα, ένα τίποτε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  με διακοσμητικό ρόλο, που παίζει διακοσμητικό ρόλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ασήμαντος, μηδαμινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cipher στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cipher'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης