cinnamon

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɪnəmən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɪnəmən/ ,USA pronunciation: respelling(sinə mən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cinnamon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spice)κανέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 High-quality cinnamon is delicious and strong.
 Η υψηλής ποιότητας κανέλα είναι πανόστιμη και δυνατή στη γεύση.
cinnamon n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (flavored with cinnamon)με κανέλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (σε γενική)κανέλας ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 Cinnamon toast is a sweet breakfast treat.
 Το τοστ με κανέλα είναι μια γλυκειά απόλαυση για το πρωινό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cinnamon adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (color)κανελί επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  κανελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  στο χρώμα της κανέλας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The kitchen is a cream color with cinnamon trim.
cinnamon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (color)κανελί ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  το χρώμα της κανέλας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Cinnamon is a reddish-brown color.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cinnamon roll,
cinnamon bun
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sweet pastry)γλυκό με κανέλα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Bake the cinnamon rolls for about 30 minutes.
cinnamon stick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spice: cinnamon bark)ξυλάκι κανέλλας, ξυλαράκι κανέλλας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 I like to put a cinnamon stick in my hot apple cider.
cinnamon teal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (red-brown duck)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
ground cinnamon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (powdered spice)κανέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The recipe calls for one teaspoon of ground cinnamon.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cinnamon' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [fresh, ground, powdered] cinnamon, a [sack, bag, jar, pot] of cinnamon, [use, add] a [pinch, teaspoon] of cinnamon, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cinnamon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cinnamon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης