chum

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʃʌm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/tʃʌm/ ,USA pronunciation: respelling(chum)

Inflections of 'chum' (v): (⇒ conjugate)
chums
v 3rd person singular
chumming
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
chummed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
chummed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (friend, buddy)φιλαράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παλιόφιλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We've been chums since primary school.
 Είμαστε φιλαράκια από το δημοτικό.
 Είμαστε παλιόφιλοι από το δημοτικό.
chum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fishing: bait)δόλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We threw some chum in the water and fish came immediately.
 Ρίξαμε λίγο δόλωμα στο νερό και τα ψάρια ήρθαν αμέσως.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση chum στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'chum'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης