chicken

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʃɪkɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈtʃɪkən/ ,USA pronunciation: respelling(chikən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: poultry) (πτηνό)κοτόπουλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κότα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There were three chickens running around on the farm.
 Τρία κοτόπουλα έτρεχαν μέσα στη φάρμα.
 Τρεις κότες έτρεχαν μέσα στη φάρμα.
chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (food: meat) (φαγητό)κοτόπουλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κότα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We had fried chicken for dinner last night.
 Φάγαμε τηγανητό κοτόπουλο χθες βράδυ.
chicken adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang, figurative (afraid, cowardly) (μεταφορικά: φοβητσιάρης)κότα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 You're not too chicken to walk across the river on that log, are you?
 Δεν παραείσαι κότα για να διασχίσεις το ποτάμι πάνω σ' αυτό το κούτσουρο ή μήπως είσαι;
chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (person: afraid) (μεταφορικά, προσβλητικό)κότα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 Anyone who doesn't dive from the bridge is a chicken.
 Όποιος δεν βουτάει από τη γέφυρα είναι κότα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, figurative (youthful person) (μτφ, καθομιλουμένη)ξεπεταρούδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μικρός, νεαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Don't be too hard on him - he's only a chicken.
chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, pejorative, slang, US (young gay man)τεκνό, αγοράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Ο ελληνικός όρος δεν δίνει στοιχεία για το σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου, αλλά χρησιμοποιείται συχνά για ομοφυλόφιλους.
 He gives gay men a bad name - always on the lookout for a chicken.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
chicken out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang (lose courage) (αργκό)κιοτεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πιο επίσημο)δειλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He was planning to ask her to the dance, but then he chickened out.
 Είχε σχεδιάσει να της ζητήσει να χορέψουν, αλλά κιότεψε (or: δείλιασε).
chicken out of [sth] vi phrasal + prep slang (not be brave enough for) (καθομιλουμένη)κιοτεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)παραείμαι κότα για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δειλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I can't believe you made me sign up for skydiving and then chickened out of it yourself!
 Δεν το πιστεύω ότι με έκανες να γραφτώ στην ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο και μετά δείλιασες να το κάνεις ο ίδιος!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chicken breast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: white meat)στήθος κοτόπουλου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Please cut me a slice of chicken breast because I don't like the dark meat.
chicken broth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thin soup)κοτόσουπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 To make the soup, I add vegetables and rice to a chicken broth.
chicken burger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chicken-meat patty)μπιφτέκι κοτόπουλο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
chicken burger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chicken patty in bun)μπέργκερ κοτόπουλο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
chicken coop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fox hunting device)παγίδα για αλεπούδες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
chicken feed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food for poultry)τροφή πουλερικών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They put marigolds in the chicken feed to make the chickens turn yellow.
chicken feed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (money: insignificant amount) (ΗΠΑ, καθομιλουμένη, μεταφορικά)ψίχουλα, ψιλοπράγματα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  πενταροδεκάρες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 To a millionaire, ten dollars is chicken feed.
chicken finger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chicken meat in breadcrumbs)στικ κοτόπουλου, στικ κοτόπουλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She put the frozen chicken fingers in the oven in time for lunch.
chicken noodle soup nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meat, noodles in broth)κοτόσουπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 There's nothing better than chicken noodle soup when you're not feeling well.
chicken nuggets nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (pieces of breaded chicken)κοτομπουκιές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The fast food restaurant offered a choice between hamburgers and chicken nuggets.
chicken out of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (not be brave enough to do) (καθομιλουμένη)κιοτεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)παραείμαι κότα για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δειλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
chicken salad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (salad with chicken)κοτοσαλάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Chicken salad is made with bits of chicken and mayonnaise.
chicken skewer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chicken kebab cooked on a stick) (κομματάκια σε ξυλάκι)σουβλάκι κοτόπουλο, σουβλάκι κοτόπουλου, κοτόπουλο σουβλάκι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  καλαμάκι κοτόπουλο, κοτόπουλο καλαμάκι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Η επιλογή απόδοσης εξαρτάται από την περιοχή της Ελλάδας.
chicken soup nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: soup with chicken) (κυριολεκτικά)κοτόσουπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Chicken soup often contains noodles.
chicken stock nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (broth)ζωμός κότας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She boiled the carcass with vegetables to make a delicious chicken stock.
chicken strip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thin boneless chicken goujon)στικ κοτόπουλου, στικ κοτόπουλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
chicken thigh nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (poultry: leg portion)μπούτι κοτόπουλου, μπούτι κοτόπουλο, κοτόπουλο μπούτι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
chicken wings nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (chicken's wings in sauce)φτερούγες κοτόπουλου ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 John always dips his chicken wings in ranch dressing.
chicken wire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hexagonal mesh used as fence)συρματόπλεγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
chicken-hearted,
chickenhearted,
also UK: chicken-livered
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (fearful, cowardly)δειλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κότα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  αποκοτιάρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
chicken-hearted,
chickenhearted,
also UK: chicken-livered
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (cowardly) (καθομιλουμένη μεταφορικά)κότα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  (καθομιλουμένη, υβριστικό)χέστης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
chickenpox,
also US: chicken pox
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial (viral disease)ανεμοβλογιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο σπάνια)ανεμευλογιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Chickenpox can be far more severe if you catch it in adulthood.
 Αν κολλήσεις ανεμοβλογιά ως ενήλικας μπορεί να την περάσεις πολύ πιο σοβαρά.
drumstick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: chicken leg) (κάτω μέρος από μπούτι)κοπανάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο γενικά)μπούτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If you order dark meat you get a drumstick and a thigh.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν μου αρέσει ολόκληρο το μπούτι του κοτόπουλου, αλλά μόνο το κοπανάκι.
fried chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chicken meat cooked in fat)τηγανητό κοτόπουλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If you are watching your weight, order baked chicken instead of fried chicken.
grilled chicken salad US (lettuce salad containing chunks of grilled chicken)σαλάτα με ψητό κοτόπουλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
play chicken vtr + n (test courage)δοκιμάζω τα όριά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The teenagers played chicken in their cars, driving directly towards one another.
roast chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (whole oven-cooked chicken)ψητό κοτόπουλο επίθ + ουσ ουδ
 I picked up a roast chicken at the market on the way home.
rubber chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (comedy prop: latex model of a chicken) (παιχνίδι)λαστιχένιο κοτόπουλο επίθ + ουσ ουδ
  λαστιχένια κότα επίθ + ουσ θηλ
 At the circus, one clown used a rubber chicken to hit another one on the head.
rubber chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, disparaging (characteristic food served at large gatherings)άνοστο φαγητό επίθ + ουσ ουδ
 I refuse to go to another banquet where I have to listen to boring speeches and eat rubber chicken.
spring chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (young fowl) (κυριολεκτικά)κοτοπουλάκι, κοτόπουλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
spring chicken nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (young person) (μεταφορικά, αργκό)νεαρό άτομο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She's no spring chicken but she still goes jogging every morning.
truss a chicken v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (tie up a chicken for cooking)δένω το κοτόπουλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'chicken' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [fried, roasted, grilled, raw, cooked] chicken, chicken [soup, salad, drumsticks, nuggets, breast, wings], won't [do it, fight] - he's chicken, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση chicken στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'chicken'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης