cherry

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʃɛri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈtʃɛri/ ,USA pronunciation: respelling(cherē)

Inflections of 'cherry' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": cherries

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit)κεράσι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Cherries make a good topping for waffles.
 Τα κεράσια είναι πάνε πολύ στις βάφλες.
cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, vulgar, slang (hymen) (καθομιλουμένη)παρθενιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Lena has dated a lot of guys but she still has her cherry.
 Η Λένα έχει βγει με πολλούς άνδρες αλλά έχει ακόμη την παρθενιά της.
cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bright red colour)κερασί ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The trim on the front porch is painted cherry.
 Η μπορντούρα στην μπροστινή αυλή είναι βαμμένη κερασί.
cherry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (bright red)κερασί επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Dorothy wore cherry pumps.
 Η Ντόροθυ φορούσε κερασί γόβες.
cherry n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (containing cherries)κεράσι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  με κεράσι, με κεράσια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Would you like another helping of cherry pie?
 Θα ήθελες ένα ακόμη κομμάτι πίτας με κεράσι;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cherry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, slang, vulgar (being virgin)παρθένα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος αργκό.
 Everyone knows that Liz is cherry.
cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wood)κερασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)ξύλο κερασιάς φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 This antique dresser is made of cherry.
cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tree) (δέντρο)κερασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The pear tree was struck by lightning, but the cherry wasn't affected.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
black cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (North American tree) (δέντρο)μαύρη κερασιά επίθ + ουσ θηλ
black cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wood of North American tree) (ξύλο)μαύρη κερασιά επίθ + ουσ θηλ
black cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit of North American tree) (καρπός)μαύρο κεράσι επίθ + ουσ ουδ
cherry blossom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flower of cherry tree)άνθος κερασιάς φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The cherry blossom is an important cultural symbol in Japan.
cherry bomb (firecracker)κροτίδα σε σχήμα κερασιού β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
cherry clam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edible mollusc)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
cherry orchard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (field where cherry trees are grown)περιβόλι με κερασιές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I like to go to the cherry orchard when it is in blossom, to listen to the sound of the bees.
cherry picker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (crane, lift)επιβατικός γερανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The city uses a cherry picker to repair the street lights.
cherry picker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: harvests cherries)εργάτης που μαζεύει κεράσια ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 When I was a student, in the summers I worked as a cherry picker in the cherry orchards to make extra money.
cherry picker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang, figurative (person: avoids challenges) (αργκό)βολεψάκιας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
cherry pie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sweet pastry containing cherries)κερασόπιτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My mother prefers to use morello cherries in her cherry pies.
cherry red nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deep red colour) (χρώμα)κερασί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Her lips were of cherry red, her eyes of the palest blue.
cherry red,
cherry-red
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(of a deep red colour)κερασής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 The beautiful jewel was a deep cherry-red colour.
cherry scone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small cake)κεικάκι ή ψωμάκι με κεράσι β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
cherry tomato nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small tomato)ντοματίνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Cherry tomatoes halved and stuffed with tuna make a quick and easy appetizer.
cherry tree nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tree: bears cherries)κερασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm going to pick all of the fruit off the cherry tree this morning.
cherry wood,
cherry-wood
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(wood of the cherry tree)ξύλο κερασιάς ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: hyphen used when term is adj before a noun
 I used to have a cherry-wood guitar that not only looked beautiful but also had a lovely sound.
cherry-pick viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (make a personal selection)διαλέγω προσεκτικά, επιλέγω προσεκτικά ρ μ + επίρ
 He cherry-picked the data to support his point of view.
ground cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit of dwarf cherry) (καρπός)φυσαλίδα, φυσαλίς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
ground cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit of Physalis plant) (καρπός)φυσαλίδα, φυσαλίς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
ground cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dwarf cherry tree)φυσαλίς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
ground cherry,
husk tomato
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant: Physalis) (φυτό)φυσαλίς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
sour cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit: morello cherry)βύσσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sweet cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of cherry tree) (δέντρο)γλυκό κεράσι επίθ + ουσ ουδ
  γλυκιά κερασιά επίθ + ουσ θηλ
sweet cherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit of this tree) (καρπός)γλυκό κεράσι επίθ + ουσ ουδ
wild cherry,
gean
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(type of cherry tree)αγριοκερασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
wild cherry,
gean
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fruit of this tree)αγριοκέρασο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cherry' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: cherry [ice cream, smoothie, candy, cough drops, soda], [sweet, sour] cherry flavor, has a cherry color, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cherry στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cherry'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης