chaos

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkeɪɒs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkeɪɑs/ ,USA pronunciation: respelling(kāos)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
chaos nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of order) (μόνο ενικός)χάος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I've been so busy that my house is in chaos.
 Είμαι τόσο απασχολημένος που στο σπίτι μου επικρατεί ένα χάος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'chaos' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: chaos theory, [mass, huge, great, enormous] chaos, [economic, political, financial] chaos resulted from, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση chaos στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'chaos'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης