centralization

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsɛntrəlaɪˈzeɪʃən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌsɛntrələˈzeɪʃən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sen′trə lə zāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
centralization,
also UK: centralisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(system of federal government)συγκεντρωτισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κεντρική διαχείριση επίθ + ουσ θηλ
 The centralization of government is a point of debate between the Republican and Democratic parties.
centralization,
also UK: centralisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(focus, concentration on a point)συγκέντρωση, εστίαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επικέντρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The centralization of the woman in the painting emphasizes her importance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'centralization' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση centralization στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'centralization'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης