cell

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɛl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/sɛl/ ,USA pronunciation: respelling(sel)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology)κύτταρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Each student drew a diagram of a cell for biology class.
 Κάθε μαθητής σχεδίασε το διάγραμμα ενός κυττάρου για το μάθημα της βιολογίας.
cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (room in a prison)κελί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The prisoners must spend twenty-two hours a day in their cells.
 Οι φυλακισμένοι πρέπει να μένουν είκοσι δύο ώρες την ημέρα στα κελιά τους.
cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of group)πυρήνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The government received a tip about a terror cell within the country.
 Η κυβέρνηση έλαβε μια πληροφορία για έναν πυρήνα τρομοκρατίας εντός της χώρας.
cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, abbreviation (cell phone)κινητό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 If you need to reach me, just call my cell.
 Αν χρειαστεί να επικοινωνήσεις μαζί μου, απλά πάρε στο κινητό μου.
cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in a spreadsheet)κελί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Highlight all of the cells in the second column of the spreadsheet.
 Χρωματίστε όλα τα κελιά στη δεύτερη στήλη του φύλλου.
cell,
cel
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(animation)σελιλόιντ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Cartoons used to be produced by hand-painting each cell.
 Τα κινούμενα σχέδια παλιά φτιάχνονταν ζωγραφίζοντας κάθε σελιλόιντ στο χέρι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small cavity)κυψελίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Each cell of the honeycomb was perfectly shaped.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
basal-cell carcinoma nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (skin cancer)βασικοκυτταρικό καρκίνωμα επίθ + ουσ ουδ
 Melanoma is the worst type of skin cancer, but even basal-cell carcinoma needs prompt treatment.
blood cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (corpuscle)αιμοσφαίριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
bone cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology: cell in bone)κύτταρο κοκκάλου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
brain cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nerve cell in the brain)εγκεφαλικό κύτταρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Dopamine is a chemical that stimulates brain cells.
cancer cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cell: grows unchecked)καρκινικό κύτταρο επίθ + ουσ ουδ
 The cancer hadn't metastasized; they found no cancer cells in the lymph nodes.
cell body (biology)κυτταρικό σώμα επίθ + ουσ ουδ
  (επίσημο)περικάρυο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
cell membrane,
plasma membrane
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(biology: thin layer inside a cell)κυτταρική μεμβράνη επίθ + ουσ θηλ
cell phone (US),
mobile phone (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (portable telephone)κινητό τηλέφωνο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)κινητό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Cell phones are a lot smaller than they were 20 years ago.
 Τα κινητά τηλέφωνα είναι πολύ μικρότερα απ' ό,τι ήταν πριν από 20 χρόνια.
cell wall (biology)κυτταρικό τοίχωμα επίθ + ουσ ουδ
cellular phone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slightly formal (mobile telephone)κινητό τηλέφωνο επίθ + ουσ ουδ
  κινητό επίθ ως ουσ ουδ
 She always has her cellular phone with her, so I can reach her anywhere.
choanocyte nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (zoology: cell in a sponge)χοανοκύτταρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
egg cell (biology)ωάριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
fuel cell (physics)κυψέλη καυσίμου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
hair cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology: receptor)τριχωτό κύτταρο επίθ + ουσ ουδ
hairy cell leukemia (US),
hairy cell leukaemia (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cancer of white blood cells) (ιατρική)λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
holding cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (room where [sb] is held in custody)κρατητήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
mast cell (biology)μαστοκύτταρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
muscle cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cell found in muscle tissue)μυϊκό κύτταρο επίθ + ουσ ουδ
myocyte nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (biology: muscle cell)μυικό κύτταρο επίθ + ουσ ουδ
  μυοκύτταρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
nerve cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (neuron, cell of nervous system)νευρώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The shock went trough every nerve cell in my body.
padded cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in psychiatric hospital)δωμάτιο ψυχιατρείου με μαλακή επένδυση στους τοίχους β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
padded cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (computing: program) (πληροφορική)πρόγραμμα που επιτρέπει τη χρήση ενός περιορισμένου υποσυνόλου δυνατοτήτων του κεντρικού συστήματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Σε περιβάλλον Java, τον ίδιο ρόλο επιτελεί το αμμοδοχείο (sandbox). Ο στόχος αυτών των προγραμμάτων είναι η αποφυγή των συνεπειών που δημιουργούνται από τις άστοχες ενέργειες των άπειρων χρηστών.
prison cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (enclosed space where a prisoner is kept)κελί φυλακής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  κελί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We don't have enough prison cells for all the corrupt politicians who should be incarcerated.
red blood cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (red corpuscle: component of blood)ερυθρό αιμοσφαίριο επίθ + ουσ ουδ
 Red blood cells carry oxygen around the body.
rod,
rod cell
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cell in the eye)ραβδίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sickle cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (abnormal blood cell)δρεπανοκυτταρικός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
sickle cell anemia,
sickle-cell anemia (US),
sickle cell anaemia,
sickle-cell anaemia (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(inherited blood disorder)δρεπανοκυτταρική αναιμία επίθ + ουσ θηλ
 Sickle cell anaemia is a serious blood disorder which affects many people.
single cell,
single-cell
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(organism: having one cell)μονοκύτταρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
solar cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (panel that turns sunlight into electricity)ηλιακό/φωτοηλεκτρικό κύτταρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Solar cells are used to supply isolated houses with electricity.
 Τα ηλιακά κύτταρα χρησιμοποιούνται, για να τροφοδοτούν με ηλεκτρισμό απομονωμένα σπίτια.
stem cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology: self-renewing cell)βλαστοκύτταρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Stem cell research is a controversial topic.
 Η έρευνα που αφορά τα βλαστοκύτταρα συνιστά ένα αμφιλεγόμενο θέμα.
white blood cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (white corpuscle, leukocyte)λευκό αιμοσφαίριο επίθ + ουσ ουδ
  λευκοκύτταρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 As she recovered, her white blood cell count dropped into the normal range.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cell' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: cell [death, production, generation, regeneration, growth], [studies, research] into cell [death], [abnormal, high, low, unusual] cell growth, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cell στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cell'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης