celibate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɛlɪbət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɛləbɪt/ ,USA pronunciation: respelling(selə bit, -bāt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
celibate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (abstaining from sex) (αποχή από το σεξ)άγαμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Buddhist priests in Japan are typically not celibate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
celibate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (abstainer from sex) (αποχή από το σεξ)άγαμος, άγαμη επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 He became a celibate for philosophical reasons.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'celibate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση celibate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'celibate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης