categorize

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkætɪgəraɪz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkætɪgəˌraɪz/ ,USA pronunciation: respelling(kati gə rīz′)


Inflections of 'categorize' (v): (⇒ conjugate)
categorizes
v 3rd person singular (US & UK)
categorizing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US & UK)
categorized
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US & UK)
categorized
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
categorize [sth/sb],
also UK: categorise [sth/sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(classify [sth], [sb])κατηγοριοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατατάσσω σε κατηγορία, εντάσσω σε κατηγορία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Christa is difficult to categorize because her interests are so varied.
categorize [sth/sb],
also UK: categorise [sth/sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(define, describe [sth], [sb])κατηγοριοποιώ, κατατάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ταξινομώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We can categorize the flowers by their size, color, shape, and fragrance.
categorize [sth/sb] as [sth],
also UK: categorise [sth/sb] as [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(define, describe [sth], [sb] as [sth])χαρακτηρίζω κπ/κτ ως κτ ρ μ + πρόθ
  (σε ευρύτερη κατηγορία)κατηγοριοποιώ κπ/κτ σε κτ, κατατάσσω κπ/κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Based on Eli's fashion, we categorized him as an outdoors type.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'categorize' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση categorize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'categorize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης