catalog

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkætəlɒg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkætəlˌɔg, -ˌɑg/ ,USA pronunciation: respelling(katl ôg′, -og′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
catalog (US),
catalogue (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sales brochure) (με προϊόντα)κατάλογος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A lot of mail order companies have stopped printing catalogs.
 Πολλές εταιρείες παραγγελιών μέσω ταχυδρομείου σταμάτησαν να τυπώνουν καταλόγους.
catalog (US),
catalogue (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(library contents list)κατάλογος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You can search the library's catalog online.
 Μπορείς να ψάξεις τον κατάλογο της βιβλιοθήκης διαδικτυακά.
catalog of [sth] (US),
catalogue of [sth] (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (record, list)κατάλογος, πίνακας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  λίστα, κατάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The catalog of his sports achievements is impressive. She read me a catalogue of all the things I was doing wrong.
 Ο κατάλογος των αθλητικών του επιτευγμάτων είναι εντυπωσιακός. Μου διάβασε έναν κατάλογο με όλα τα πράγματα που έκανα λάθος.
 Η λίστα των αθλητικών του επιτευγμάτων είναι εντυπωσιακή. Μου διάβασε μια λίστα με όλα τα πράγματα που έκανα λάθος.
catalog [sth] (US),
catalogue [sth] (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(compile a list, inventory)καταγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συντάσσω κατάλογο, φτιάχνω κατάλογο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Can you catalog all the things you need before we start? We catalogued the house's contents for insurance purposes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
card catalog (US),
card catalogue (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(in a library)κατάλογος δελτίων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
mail order catalog (US),
mail order catalogue (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(for shopping by mail)κατάλογος ταχυδρομικής παραγγελίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'catalog' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση catalog στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'catalog'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης