Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

cat boat


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο cat παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: boat

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feline: domestic) (κατοικίδιο ζώο)γάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My aunt has a black cat.
 Η θεία μου έχει μια μαύρη γάτα.
cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feline: wild, big)αιλουροειδές ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The leopard is a big cat.
 Η λεοπάρδαλη είναι ένα μεγάλο αιλουροειδές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, slang (guy) (καθομιλουμένη)τύπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά)παιδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That Chas is a cool cat.
cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (whip)μαστίγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)μαστίγιο με 9 ουρές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (παλαιό)φραγγέλιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The prisoner was whipped with a cat.
cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (catamaran)καταμαράν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 My parents went sailing on their cat.
cat viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." UK, slang, dated (vomit) (καθομ: άκομψο)ξερνάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τα βγάζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That cheese makes me want to cat.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cat around vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang (look for sex)γκομενίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (παλαιό: για άντρες)κυνηγάω τον ποδόγυρο, τρέχω πίσω από τον ποδόγυρο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Wives don't want their husbands to cat around with other women.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
alley cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (stray cat)κεραμιδόγατα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
alley cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, figurative, slang (man: womanizer) (μεταφορικά)γυναικάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
big cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (large wild feline)αιλουροειδές επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
cat and mouse exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (gamelike relationship)η γάτα και το ποντίκι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
play cat and mouse with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (toy with [sb])κάνω κπ το παιχνιδάκι μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  παίζω με κπ ρ αμ + πρόθ
play cat and mouse with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (use strategy on opponent)παίζω τη γάτα και το ποντίκι με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
cat box,
litter box,
litter tray
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(toilet box for cats)δοχείο με άμμο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  η άμμος της γάτας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 One of my son's chores is to clean out the cat box daily and add fresh litter when needed.
cat burglar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stealthy thief) (καθομιλουμένη)μπουκαδόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The cat burglar entered the house by climbing up the drain-pipe and through an open window on the second floor.
 Ο μπουκαδόρος μπήκε στο σπίτι σκαρφαλώνοντας την υδρορροή και περνώντας μέσα από ένα ανοικτό παράθυρο του δευτέρου ορόφου.
cat family nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (felines) (επίσημο)αιλουρίδες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The lion is a member of the cat family.
cat flap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (opening in door for cat)άνοιγμα/πορτάκι για γάτα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We've just fitted a cat flap into the kitchen door so that our cat Jake can come and go as he pleases.
cat food nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food intended for cats)γατοτροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αν εννοείται)τροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The tinned cat food is more expensive but the cats prefer it. Some cats prefer dry cat food while others prefer wet cat food from a can.
 Η γατοτροφή σε κονσέρβες είναι πιο ακριβή, αλλά οι γάτες την προτιμούν. Μερικές γάτες προτιμούν την ξηρά γατοτροφή, ενώ άλλες προτιμούν τη ζουμερή γατοτροφή σε κονσέρβα.
Cat got your tongue? exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative, informal (Why aren't you talking?)Κατάπιες τη γλώσσα σου; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Ήπιες τ' αμίλητο νερό; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Σου έφαγε η γάτα τη γλώσσα; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 What's the matter, has the cat got your tongue?
cat kennel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (cattery: boarding place for cats) (μεταφορικά)ξενοδοχείο για γάτες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When I went on vacation, I had to leave my cat at the cat kennel.
cat lady nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative (woman: owns cats)κυρία με γάτες, κυρία που έχει γάτες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
cat litter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (toilet material for cats)χώμα για τις γάτες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
cat nap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short daytime sleep)υπνάκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She doesn't sleep well at night but takes cat naps during the day.
 Δεν κοιμάται καλά τη νύχτα αλλά παίρνει υπνάκους τη μέρα.
cat nip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herb: stimulant to cats)νεπέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γλήχωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)νεπέτα η γατόφιλη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (λόγιος, επίσημο)γλήχωμα το γαλεόφιλον φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 My cat loves to roll in fresh catnip.
CAT scan nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (diagnostic imaging technique)υπολογιστική αξονική τομογραφία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The doctor ordered a CAT scan in addition to the lab tests.
CAT scanner,
CT scanner
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(diagnostic imaging device)αξονικός τομογράφος επίθ + ουσ αρσ
cat-o'-nine-tails nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (whip with nine cords)μαστίγιο με εννιά λουριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Sailors who behaved badly were whipped on the back with a cat-o'-nine-tails as a punishment.
cat-sit viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (mind [sb] else's pet cat) (συνήθως όσο λείπει)προσέχω τη γάτα κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φροντίζω τη γάτα κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
cat's cradle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (children's string game)παιχνίδι με ένα σκοινί που τυλίγεται στα δάχτυλα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Cat's Cradle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (novel) (τίτλος βιβλίου)Η φωλιά της γάτας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
cat's cradle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (complexity, intricacy)πολυπλοκότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
cat's paw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (foot of a cat)πατούσα γάτας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A cat's paw is soft on the bottom, but has dangerous retractable claws.
cat's paw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (duped person) (μεταφορικά)υποχείριο, εργαλείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
cat's-eye,
cat's eye
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, usually plural (reflective road stud)αντανακλαστικό σήμανσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  αντανακλαστικός ήλος επίθ + ουσ αρσ
  (μεταφορικά)μάτι της γάτας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Cheshire cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fictional character)γάτα του Τσεσάιρ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: From "Alice's Adventures in Wonderland" by Lewis Carroll.
curiosity killed the cat exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (being curious can be dangerous)η περιέργεια σκότωσε τη γάτα εκφρ
  η περιέργεια σκοτώνει εκφρ
dead cat bounce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (stock market: brief recovery) (χρηματιστήριο)προσωρινή ανάκαμψη επίθ + ουσ θηλ
domestic cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feline kept as a pet)κατοικίδια γάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The European wild cat is bigger than the average domestic cat.
domestic cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (species of small feline)κατοικίδια γάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The domestic cat has been with us for centuries.
fat cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] wealthy)πάπλουτος επίθ ως ουσ αρσ
  μεγιστάνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κροίσος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
fat cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (important, influential person)ισχυρός επίθ ως ουσ αρσ
  παντοδύναμος επίθ ως ουσ αρσ
fat cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lazy, privileged person)κακομαθημένος μτχ πρκ ως ουσ
ginger cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feline with orange fur)κόκκινος γάτος, κόκκινη γάτα επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
hepcat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, slang (jazz musician)μουσικός της τζαζ φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
hepcat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, slang (jazz fan)λάτρης της τζαζ φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
house cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (domestic feline, pet cat)κατοικίδια γάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A lion is a wild cat, not a house cat.
jungle cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wildcat)αγριόγατα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
let the cat out of the bag v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (reveal the secret)βγάζω τ'άπλυτα στην φόρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Thanks for letting the cat out of the bag about me being pregnant.
litter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (gravel for pet waste)άμμος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)άμμος για γάτες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I changed the litter in the cat's tray.
 Άλλαξα την άμμο στην τουαλέτα της γάτας.
Persian cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (long-haired domestic feline)περσική γάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A Persian cat needs to be brushed several times a week.
pussy,
puss,
pussycat,
pussy cat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, UK (cat: affectionate term) (γάτα)ψιψίνα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Our pussycat's quite old now but we still love her. Here pussy, pussy, pussy; come here!
 Η ψιψίνα μας είναι αρκετά μεγάλη σε ηλικία τώρα αλλά την αγαπάμε ακόμη.
pussycat,
pussy cat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, figurative (person: not threatening) (μεταφορικά)πρόβατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He looks threatening but he's a pussycat at heart.
 Φαίνεται απειλητικός, αλλά στην πραγματικότητα είναι πρόβατο.
put the cat out v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (let domestic feline outdoors for the night)βγάζω έξω τη γάτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't forget to put the cat out before going up to bed tonight!
quoll,
native cat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
Aus (catlike marsupial)δασύουρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ιθαγενής γάτα επίθ + ουσ θηλ
scaredy-cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. childish (coward)δειλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κότα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ, προσβλητικό)χέστης ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
Siamese cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short-haired cat with pale fur)γάτα του Σιάμ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tabby cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feline with striped fur)γάτα με ρίγες ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 My tabby cat caught three mice last week.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cat boat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cat boat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης