cascade

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kæsˈkeɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kæsˈkeɪd/ ,USA pronunciation: respelling(kas kād)

Inflections of 'cascade' (v): (⇒ conjugate)
cascades
v 3rd person singular
cascading
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
cascaded
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
cascaded
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cascade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rocky waterfall)καταρράκτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The hiking trail to the cascade is quite difficult.
cascade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (tumbling display of [sth](μεταφορικά)πτώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)κατρακύλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A cascade of colorful streamers hung from the ceiling at the party.
cascade viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (water, etc.: tumble, fall)πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χύνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The muddy water cascaded over the rocks.
cascade [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (computing: overlap, stagger) (με αλληλεπικάλυψη)τοποθετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Cascade the windows in a diagonal pattern.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cascade' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cascade στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cascade'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης