captain

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkæptɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkæptən/ ,USA pronunciation: respelling(kaptən, -tin)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chief of ship's crew)καπετάνιος, καπετάνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (μεγάλο σκάφος)πλοίαρχος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  κυβερνήτης, κυβρνήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The captain takes dinner in his cabin every evening.
 Ο πλοίαρχος δειπνεί στην καμπίνα του κάθε βράδυ.
captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (leader)ηγέτης, ηγέτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  αρχηγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  επικεφαλής ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Mr. Smith is the captain of this business launch.
 Ο κ. Σμιθ είναι ο επικεφαλής της νέας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας.
captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military rank) (ξηρά)λοχαγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (ναυτικό)υποπλοίαρχος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (αεροπορία)σμηναγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: team leader)αρχηγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Helen was named captain of the soccer team this year.
 Η Έλεν ανακηρύχθηκε αρχηγός της ομάδας ποδοσφαίρου φέτος.
captain [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (command, lead) (με γενική)ηγούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι επικεφαλής ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Martin captains the finance department.
 Ο Μάρτιν ηγείται του τμήματος χρηματοοικονομικών.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fire department, police) (αστυνομία)αστυνόμος Β' φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  (πυροσβεστική)πυραγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
Σχόλιο: Η μετάφραση δίνεται με βάση τα ελληνικά δεδομένα. Από χώρα σε χώρα μπορεί να διαφέρει ελαφρά.
 The police captain was summoned to testify in court.
captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aircraft)πιλότος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  κυβερνήτης, κυβερνήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 "We'll be landing in Dallas in about thirty minutes," the captain announced over the plane's intercom.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
captain of industry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (leading businessperson)μεγαλοεπιχειρηματίας ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (ιδιοκτήτης βιομηχανίας)μεγαλοβιομήχανος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 They called Carnegie a captain of industry when they praised him and a robber baron when they criticized him.
police captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (head of a police district in US)αρχηγός αστυνομικού τμήματος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
sea captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commander of a ship)πλοίαρχος, καπετάνιος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My grandfather was a sea captain, the master of a merchant ship.
vice captain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a sports team, etc.)αναπληρωματικός αρχηγός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'captain' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [team, ship, vice, squadron, plane, class] captain, the captain of the [team], the first [female, teenage] captain of, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση captain στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'captain'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης