capstone

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkæpˌstəʊn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkæpˌstoʊn/ ,USA pronunciation: respelling(kapstōn′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capstone,
copestone
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(top stone of a structure)κορωνίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The placement of the capstone on the new town hall was celebrated in the community.
capstone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (crowning achievement)επιστέγασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)κορωνίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The novel about nuclear war became the capstone of the author's career.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση capstone στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'capstone'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης