capsicum

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkæpsɪkəm/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kapsi kəm)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capsicum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant: pepper family)πιπεριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
capsicum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit of capsicum: pepper)κοκκινοπίπερο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'capsicum' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση capsicum στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'capsicum'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης