capon

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkeɪpən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkeɪpɑn, -pən/ ,USA pronunciation: respelling(kāpon, -pən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (castrated cockerel) (κόκορας)καπόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
capon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cockerel meat)κρέας κόκκορα, κρέας καπονιού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (καθομιλουμένη)κόκκορας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση capon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'capon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης