capitulate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈpɪtʃʊleɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kəˈpɪtʃəˌleɪt/ ,USA pronunciation: respelling(kə pichə lāt′)


Inflections of 'capitulate' (v): (⇒ conjugate)
capitulates
v 3rd person singular
capitulating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
capitulated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
capitulated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capitulate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give in, give up)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνθηκολογώ, συμβιβάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παραδίνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The weakened troops eventually capitulated to the enemy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση capitulate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'capitulate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης