cane

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkeɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/keɪn/ ,USA pronunciation: respelling(kān)


Inflections of 'cane' (v): (⇒ conjugate)
canes
v 3rd person singular
caning
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
caned
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
caned
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (walking stick)μπαστούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο, παλαιό)βακτηρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (συνήθως όχι αγορασμένο)ραβδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Grandpa uses a cane when he walks long distances.
 Ο παπούς χρησιμοποιεί μπαστούνι όταν περπατά μεγάλες αποστάσεις.
cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rod used as punishment)βίτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ραβδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (παλαιό)ράβδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the old days, teachers used to keep a cane in the classroom for discipline.
 Τον παλιό καιρό, οι δάσκαλοι είχαν μια βίτσα στην τάξη για πειθαρχία.
the cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (punishment: beating with stick)ξύλο με τη βίτσα, ξύλο με το ραβδί, ξύλο με τη ράβδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cane used to be a standard punishment for misbehaving in school.
 Το ξύλο με τη βίτσα ήταν παλιά η συνήθης τιμωρία για την κακή συμπεριφορά στο σχολείο.
cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (raspberry stem)βλαστός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woody stems: for wickerwork)μπαμπού ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 I bought a chair made of cane at the yard sale.
 Αγόρασα μια καρέκλα από μπαμπού στο παζάρι των γειτόνων.
cane [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (beat as punishment)δέρνω με τη βίτσα, δέρνω με το ραβδί, δέρνω με τη ράβδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 William was caned as punishment for skipping class.
 Τον Ουίλλιαμ τον έδειραν με τη βίτσα ως τιμωρία επειδή έκανε κοπάνα από το μάθημα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, abbreviation (sugar cane)ζαχαροκάλαμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This sugar is made from organic cane.
cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rod or cylinder)καλάμι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μπαστούνι, ραβδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κύλινδρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μτφ: δειγματοληψία)καρότο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
cane [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, slang (consume a lot of) (μεταφορικά)κατεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (φαγητό)καταβροχθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταναλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
cane [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (repair or make [sth] with cane)βάζω ψάθα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φτιάχνω κτ από ψάθα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Mr. Francis caned an antique chair to restore it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
candy cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (curved confectionery stick)γλειφιτζούρι-μπαστουνάκι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Candy canes are popular around Christmastime.
cane field nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sugar plantation)φυτεία ζαχαροκάλαμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
cane sugar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sugar from sugarcane)ζάχαρη απο ζαχαροκάλαμο ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I had no idea that beet sugar would taste different than cane sugar.
sugar cane,
sugarcane
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tall plant from which sugar is obtained)ζαχαροκάλαμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sugar cane,
sugarcane
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(stem of sugarcane plant)ζαχαροκάλαμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The children liked to suck the sweet juice from the sugar cane.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cane' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (raw or) cane sugar, cane [fields, production, plantations], cane [chairs, furniture], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cane στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cane'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης